Νάος

Ο χώρος που είναι αφιερωμένος στη λατρεία του θεού, η κατοικία του θεού. Η έννοια του ν. συνδέεται γενικά με την έννοια του ιερού που, πιθανότατα, προηγείται και που σημαίνει έναν χώρο, συνήθως φυσικό, όπου η θεότητα εκδηλώνει την παρουσία και τη θέλησή της και δέχεται τη λατρεία των πιστών· στον χώρο αυτό του ιερού ιδρύεται ο ν., η επίγεια δηλαδή κατοικία του θεού, η παρουσία του oποίου υλοποιείται με την τοποθέτηση μέσα στον ν. του λατρευτικού ειδώλου. Χώροι ιεροί είναι ασφαλώς οι κυκλοτερείς προϊστορικοί περίβολοι (τα κρόμλεχ, οι αιγαιακοί και πρωτοϊνδιάνικοι περίβολοι) που ορίζονται από μεγάλες πέτρες, χωρίς να είναι ακόμα ν. Αυτοί κατασκευάστηκαν αργότερα μέσα σε ιερούς χώρους και η μορφή τους θα εξαρτήθηκε κάθε φορά από τη συγκεκριμένη θρησκεία και τον πολιτισμό γενικά του κάθε λαού. Μια άλλη καταγωγή των οίκων λατρείας που γενικά ονομάζονται ν., μπορεί να είναι τα σπίτια των ανθρώπων που υπήρχαν σε όλους σχεδόν τους πρωτόγονους λαούς και προορίζονταν για τις συγκεντρώσεις, για διάφορες τελετές της φυλής (κυρίως τη μύηση) και για τη φύλαξη των ιερών αντικειμένων. Οι αρχαιότεροι γνωστοί ν. έχουν κατασκευαστεί από τους λαούς της ανατολικής λεκάνης της Μεσογείου (Αιγυπτίους, Έλληνες, Φοίνικες, Ιουδαίους) και της Εγγύς και Μέσης Ανατολής (Φρύγες, Χαλδαίους, Ασσυρίους, Πέρσες). Από τους αιγυπτιακούς ναούς του Αρχαίου βασιλείου, της περιόδου δηλαδή 4000-3000 π.Χ., λίγα στοιχεία είναι γνωστά· αντίθετα, κατά τις περιόδους του Μέσου και του Νέου βασιλείου (περίπου 3000-1100 π.Χ.) μπορούμε να παρακολουθήσουμε την εξέλιξη του αιγυπτιακού ν., ο οποίος τελικά διαμορφώθηκε σ’ ένα αρχιτεκτονικό σύνολο τεραστίων διαστάσεων, αποτελούμενο από τον δρόμο, τον πυλώνα, την αυλή και τον κυρίως ν. Ο δρόμος είναι ευθεία πλακόστρωτη λεωφόρος, που ορίζεται από δύο σειρές Σφιγγών και κατευθύνεται στον πυλώνα. Ο πυλώνας φέρει την πύλη που οδηγεί στην αυλή, ενώ δεξιά και αριστερά της υψώνονται δύο παχύτατοι τοίχοι πυραμιδοειδούς μορφής, με ανάγλυφες παραστάσεις και κολοσσιαία αγάλματα βασιλιάδων· εμπρός από τον πυλώνα εξάλλου τοποθετούνταν δύο οβελίσκοι, συμμετρικά ως προς τον άξονα του δρόμου. Η αυλή που βρισκόταν πίσω από την πύλη περιβαλλόταν από μνημειώδεις κιονοστοιχίες και οδηγούσε στον κυρίως ν. που αποτελείτο από πρόναο και σηκό, όπου βρισκόταν το ομοίωμα του θεού. Το σύνολο του αιγυπτιακού ν., που μπορεί να έχει περισσότερους πυλώνες και αυλές και να περιλαμβάνει σωρεία βοηθητικών διαμερισμάτων - αποθήκες, δωμάτια κλπ. - πήρε πολλές φορές γιγαντιαίες κυριολεκτικά διαστάσεις και επεκτάθηκε σε μήκος και πλάτος πολλών εκατοντάδων μέτρων, όπως συμβαίνει στους περίφημους ν. του Κάρνακ, Λούξορ, Μεντινέτ Αμπού, Νουβίας - Αμπού Σίμπελ κλπ. Αντίθετα με την Αίγυπτο, όπου ο ν. αναπτύχθηκε σε έκταση, στη Μεσοποταμία ο ν. εκτείνεται σε ύψος και αποτελείται από ορθογώνια παραλληλεπίπεδα τοποθετημένα το ένα πάνω στο άλλο, έτσι ώστε να σχηματίζουν ένα είδος κλιμακωτής πυραμίδας, γνωστής με το όνομα ζίγκουρατ. Η άνοδος προς την κορυφή του ζίγκουρατ, όπου υπήρχε ο ν., γινόταν με εξωτερικές κλίμακες ή με ένα κεκλιμένο επίπεδο που ελισσόταν γύρω από το ζίγκουρατ και καμπτόταν σε κάθε γωνία του. Οι ν. των Φοινίκων και των Περσών δεν φαίνεται να έφτασαν στο μέγεθος και στην πολυπλοκότητα τους ν. της Μεσοποταμίας και της Αιγύπτου. Φαίνεται πως ήταν μεγάλα υπαίθρια ιερά, στο κέντρο των οποίων υπήρχε ο βωμός για τις θυσίες κι ένας ν. περιορισμένων διαστάσεων. Παρόμοιας μορφής ν., υπαίθρια δηλαδή ιερά σε κορυφές λόφων, χρησιμοποιούσαν και οι λαοί σημιτικής καταγωγής, που κατοικούσαν στην Παλαιστίνη και στην Ιουδαία. Ο κύριως όμως ιουδαϊκός ν., ο εβραϊκός, είναι ο περίφημος ν. του Σολομώντα, χτισμένος στην Ιερουσαλήμ τον 11o αι. π.Χ. Η εβραϊκή θρησκεία, μονοθεϊστική όπως και η χριστιανική, ονομάζει σήμερα τους ν. της «συναγωγές», δηλαδή χώρους για συνέλευση ή συγκέντρωση των πιστών, όπως η χριστιανική θρησκεία έχει «εκκλησίες», χρησιμοποιεί δηλαδή μια λέξη με παρόμοια σημασία. ν. των αρχαίων Ελλήνων. Η μορφή του αρχαίου ελληνικού ν. προέρχεται από το μέγαρον, τη μορφή δηλαδή της κατοικίας που συναντάται στις μυκηναϊκές ακροπόλεις· σε αυτές πάντως δεν υπάρχουν ακόμα ν., αλλά βωμοί, στον χώρο μπροστά από τα ανάκτορα. Χώροι ιεροί, εντεταγμένοι στο συγκρότημα των ανακτόρων, υπάρχουν στην Κνωσό. Πρόκειται για δυο συνεχόμενους χώρους που περιείχαν τα ιερά σύμβολα της μινωικής θρησκείας, τον διπλό πέλεκυ και το ειδώλιο της θεάς των όφεων. Ο αρχαίος ελληνικός ν. άρχισε να παίρνει την τυπική του μορφή και να προσομοιάζει προς το μέγαρον κατά την πρώιμη Γεωμετρική εποχή, όπως οι ν. της Ορθίας Αρτέμιδος στη Σπάρτη, του Απόλλωνα στο Θέρμο της Αιτωλίας και του Πρινιά στην Κρήτη, που ανάγονται στον 8o-7o αι. π.Χ. Είναι αξιοσημείωτο ότι το εσωτερικό των ν. της εποχής αυτής χωρίζεται σε δύο κλίτη ή υποστάσεις από μια σειρά ξύλινων κιόνων. Αργότερα, στην αρχαϊκή εποχή, ο ν. εξελίχθηκε, έγινε πολυπλοκότερος και καλύτερα κατασκευασμένος, για να γνωρίσει τη μεγαλύτερη ακμή του από άποψη αρχιτεκτονικής σύνθεσης και πλαστικής διακόσμησης στην κλασική εποχή. Οι αρχαίοι ελληνικοί ν. χτίζονταν συνήθως μέσα σε ιερά ή τεμένη, που περιλάμβανα και άλλα κτίρια, όπως στον Ραμνούντα, στη Βραυρώνα, στους Δελφούς και, φυσικά, στην Ακρόπολη των Αθηνών. Ο απλούστερος τύπος ελληνικού ν. είναι ο λεγόμενος «απλούς εν παραστάσει», αποτελούμενος από πρόναο και σηκό, όπου υπάρχει το άγαλμα του θεού (ν. της Νέμεσης στον Ραμνούντα). Από αυτόν, με την προσθήκη του αδύτου και του οπισθόδομου στο κτίριο του ν. και του πτερού, της περιμετρικής δηλαδή εξωτερικής κιονοστοιχίας γύρω από το v., δημιουργήθηκε σιγά - σιγά ολόκληρη σειρά τύπων ν., όπως ο πρόστυλος (ν. Β του Σελινούντα), ο αμφιπρόστυλος (ν. στον Ιλισό), ο περίπτερος (Παρθενώνας, Θησείο), και ο ψευδοπερίπτερος (ν. του Δία στον Ακράγαντα), ο δίπτερος (ν. του Ολύμπιου Δία στην Αθήνα, του Διδυμαίου Απόλλωνα στη Μίλητο) κλπ. Στο εσωτερικό των ν. δεν υφίσταται πλέον η αξονική κιονοστοιχία της γεωμετρικής εποχής, που έκανε πολύ δύσκολη - αν όχι αδύνατη - την αξονική τοποθέτηση του αγάλματος του θεού· άρχισαν να τοποθετούνται δύο κιονοστοιχίες κατά μήκος των μακρών πλευρών που χώριζαν το εσωτερικό του ν. σε τρία κλίτη - στον άξονα του κεντρικού κλίτους, στο βάθος του σηκού, ήταν τοποθετημένο το άγαλμα. Ο αριθμός των κιόνων του πτερού στη στενή πλευρά κυμαίνεται από έξι (ν. του Ηφαίστου στο Θησείο, Αφαία) έως δέκα (Διδυμαίον Μιλήτου), ενώ στη μακρά πλευρά τοποθετείται συνήθως ο διπλάσιος συν ένας αριθμός κιόνων· έτσι ο Παρθενώνας, που είναι ν. οκτάστυλος, έχει 17 κίονες σε καθεμία από τις μακρές πλευρές του. Ανάλογα εξάλλου με τις αποστάσεις μεταξύ των κιόνων, ο ν. χαρακτηρίζεται ως πυκνόστυλος ή αραιόστυλος, με τις ενδιάμεσες διακρίσεις σε σύστυλο, εύστυλο και διάστυλο ν. Αναφέρεται ακόμα ένας κυκλικός τύπος ν. - οι θόλοι - που εμφανίζεται προς το τέλος της κλασικής εποχής όπως η Θόλος της Επιδαύρου, των Δελφών και της Ολυμπίας. Τέλος, είναι γνωστός και ο ν. του Επικουρίου Απόλλωνα στις Βάσσες, έργο του Ικτίνου, στον οποίο αντί εσωτερικών κιονοστοιχιών υπάρχουν ιωνικοί ημικίονες στους πλευρικούς τοίχους και το άγαλμα δεν βρίσκεται στον άξονα του ν., αλλά πλαγίως. Οι διακρίσεις των ελληνικών ν. στους διάφορους τύπους που αναφέρουμε και η όλη γενικά οργάνωση των κατόψεων, ισχύουν ανεξάρτητα από τον ρυθμό που χρησιμοποιείται για τον συγκεκριμένο ν. (τον δωρικό, δηλαδή, τον ιωνικό ή τον κορινθιακό) - το ίδιο άλλωστε ισχύει και για τις όψεις που, ανεξάρτητα και πάλι από τις μορφολογικές διαφορές που υπαγορεύονται από τη χρήση του κάθε ρυθμού, υπακούουν σε ορισμένες βασικές συνθετικές αρχές. Ο ν. τοποθετείται κατά κανόνα πάνω σ’ ένα υπερυψωμένο κατά τρεις αναβαθμούς επίπεδο, την κρηπίδα, που αποτελεί τη βάση του· πάνω σε αυτήν υψώνονται οι τοίχοι του ν. και οι κίονες του πτερού, τα φέροντα δηλαδή κατακόρυφα στοιχεία του κτιρίου- πάνω στους κίονες πατούν το επιστύλιο και η ζωοφόρος - που αποτελούν τον θριγκό - και συμπληρώνουν τον κορμό του ν.· ακολουθεί η στέγη, δικλινής πάντοτε, οι τριγωνικές απολήξεις της οποίας στις δυο στενές πλευρές σχηματίζουν τα αετώματα, που αποτελούν, μαζί με τους ακροκεράμους και τα ακρωτήρια, τη στέψη του ν. Η τριμερής αυτή κατά ύψος διαίρεση σε βάση, κορμό και στέψη, αποτελεί άλλωστε θεμελιώδη συνθετική αρχή της ελληνικής αρχιτεκτονικής. Σε όλους τους ελληνικούς ν. και μάλιστα της κλασικής εποχής, υπάρχει πλούσιος πλαστικός και γλυπτικός διάκοσμος· εκτός από τα διάφορα κυμάτια, τα κιονόκρανα και τις βάσεις των κιόνων, τους ανθεμωτούς ακροκεράμους και τις υδρορρόες σε σχήμα λεοντοκεφαλής, ανάγλυφες παραστάσεις τοποθετούνταν στη ζωοφόρο, όπως οι θαυμάσιες μετόπες του Παρθενώνα, και στα αετώματα τοποθετούνταν μνημειώδεις ολόγλυφες συνθέσεις, με δεξιοτεχνία εντεταγμένες στο τριγωνικό τους σχήμα. Μέσα στον ν. εξάλλου, στον σηκό ήταν τοποθετημένο το άγαλμα του λατρευόμενου θεού, τεράστιο και λαμπρό, όπως της Αθηνάς στον Παρθενώνα και του Δία στην Ολυμπία, κατασκευασμένα από χρυσό και ελεφαντόδοντο. Πλούσια επίσης ήταν και η χρωματική διακόσμηση του ν., εσωτερικά και εξωτερικά. Ένα πλήθος, τέλος, μορφολογικών εκλεπτύνσεων προσδίδει στον ελληνικό ν. μεγαλύτερη ακόμα πλαστικότητα και πληρότητα αισθητική μοναδική. Οι ν. της γεωμετρικής εποχής ήταν πλινθόκτιστοι και καλυμμένοι με ξύλινες στέγες-αργότερα, στην αρχαϊκή εποχή, χρησιμοποιήθηκε για την κατασκευή των ν. ο πωρόλιθος και, τελικά, στην κλασική εποχή, το μάρμαρο. Είναι αξιοσημείωτο ότι οι ν. χτίζονται «εν ξηρώ» χωρίς δηλαδή κονίαμα. Τόσο οι τοίχοι όσο και οι κίονες αποτελούνταν από μεγάλα λαξευτά κομμάτια μαρμάρου, τέλεια συναρμοσμένα, συνδεόμενα μεταξύ τους με ειδικούς ξύλινους -οι κίονες - και μολύβδινους συνδέσμους. Μαρμάρινα επίσης ήταν και τα κεραμίδια, οι ακροκέραμοι, και τα ακρωτήρια. Ο ελληνικός ν. είναι κτίριο εξωστρεφές. Ο εσωτερικός του χώρος προορίζεται για το άγαλμα της θεότητας και για το ιερατείο- το πλήθος των πιστών όμως μένει έξω από τον ν., στο πτερό που τον περιβάλλει ή στο ύπαιθρο, όπου ο ν. τοποθετείται περίβλεπτος και λαμπρός. ν. των Ρωμαίων. Για τους ν. των Eτρούσκων λίγα πράγματα είναι γνωστά, γιατί ήταν κατασκευασμένοι από ξύλο, με επένδυση οπτής γης. Ο Βιτρούβιος, σ’ ένα πολύ αμφισβητούμενο κείμενό του, βεβαιώνει πως είχαν τρία κλίτη,αλλά τα θεμέλια από πωρόλιθο, που βρέθηκαν μέχρι σήμερα, δεν επιβεβαίωσαν με ασφάλεια τα λεγόμενά του. Οπωσδήποτε ήταν πλούσια και πολύχρωμη η γλυπτική διακόσμηση των αετωμάτων και των ακρωτηρίων του. Οι παλαιότεροι ρωμαϊκοί ν. ήταν καμωμένοι από πωρόλιθο κι ακολουθούσαν τον τοσκανοδωρικό ρυθμό, μια παραλλαγή του δωρικού. Ο ρυθμός ωστόσο που κυρίως χρησιμοποιήθηκε στους ρωμαϊκούς ναούς είναι ο κορινθιακός, εμπλουτισμένος και προσαρμοσμένος στις ανάγκες της ρωμαϊκής αρχιτεκτονικής. Αργότερα οι ρωμαϊκοί ν. έγιναν κι αυτοί μαρμάρινοι κι ακολούθησαν, βασικά, τα ελληνικά πρότυπα. Η τεράστια όμως έκταση της αυτοκρατορίας και οι διαφορετικές τοπικές συνθήκες και παραδόσεις συντέλεσαν στη δημιουργία πολλών παραλλαγών του ρωμαϊκού ν., τελείως διαφοροποιημένες από τους αρχαίους ελληνικούς τύπους. Σημαντικός ν. είναι το Καπιτώλιο της Ρώμης, που επανειλημμένα είχε καταστραφεί και ανοικοδομηθεί, έκτασης περίπου 65 x 70 μ., διακοσμημένος από τον Ετρούσκο γλύπτη Βούκα. Σημαντικές διαφορές του ρωμαϊκού από τον ελληνικό ν. είναι: το υψηλό πόδιο στο οποίο τοποθετείται και οι μνημειώδεις κλίμακες που κατασκευάζονται για να φτάνουν οι πιστοί έως το επίπεδο του ν., και το βαθύ προστώο που δημιουργείται μπροστά στο σηκό. Αλλά η σημαντικότερη διαφορά μεταξύ τους είναι ότι ο ρωμαϊκός ν., σε αντίθεση με τον εξωστρεφή ελληνικό, μεταβάλλεται σε κτίριο εσωστρεφές· το φαινόμενο αυτό παρατηρείται τόσο στους ν. που χτίζονται με βάση τα ελληνικά πρότυπα, όπως στον περίφημο ν. του Βάκχου στο Μπααλμπέκ, όσο και, κυρίως, στους κυκλικούς ν., ο σπουδαιότερος από τους οποίους είναι το Πάνθεον της Ρώμης, ο σημαντικότερος ίσως ρωμαϊκός ν. κι ένα ορόσημο συγχρόνως στην ιστορία της αρχιτεκτονικής. Το Πάνθεον εκφράζει τη ρωμαϊκή αντίληψη για τον εσωτερικό χώρο του ν., με τον τεράστιο φατνωματικό τρούλο και το κεντρικό οπαίο από το οποίο φωτίζεται ο ν., με τις εσωτερικές κόγχες, τα αγάλματα και την όλη πολυτελή εσωτερική του διακόσμηση. Αντίθετα, το εξωτερικό του δεν έχει πια τίποτε από την πλούσια αρχιτεκτονική και πλαστική διαμόρφωση των ελληνικών και των παλιότερων ρωμαϊκών ν., και το προστώο του, ένα στοιχείο της ρωμαϊκής παράδοσης, δεν συντίθεται με επιτυχία με το υπόλοιπο κτίριο. ο χριστιανικός ν. Κατά τη διάρκεια των τριών πρώτων αιώνων του χριστιανισμού δεν μπόρεσε να αναπτυχθεί ένας νέος τύπος ν., προσαρμοσμένος ειδικά στις ανάγκες και στο πνεύμα της νέας θρησκείας. Παλαιότερα κτίρια, όπως οι κατακόμβες και οι ρωμαϊκές βασιλικές, δανείζουν τις μορφές τους ή και μετατρέπονται σε χριστιανικούς ν., όπως η κάτω βασιλική του Αγίου Κλήμη στη Ρώμη. Από τον 3o και 4o αι. όμως, ο τύπος της βασιλικής άρχισε να αποκτά ορισμένα χαρακτηριστικά στοιχεία, όπως το αίθριο με την κρήνη εμπρός από τη βασιλική, τα τρία μέρη στα οποία ο ν. διαιρείται, δηλαδή τον νάρθηκα για τους κατηχούμενους, τον κυρίως ν. για τους πιστούς και το ιερό ή Άγιο βήμα για τους ιερείς, και δημιουργείται έτσι ο τύπος της παλαιοχριστιανικής βασιλικής, που εφαρμόζεται και στους δύο επόμενους αιώνες και του oποίου λαμπρά δείγματα υπάρχουν στη Ραβένα (Άγιος Απολλινάριος ιν Κλάσε) και στην Ελλάδα, αλλά τα περισσότερα ερειπωμένα. Παράλληλα ωστόσο με τη βασιλική άρχισε να αναπτύσσεται ο τύπος του περίκεντρου κτιρίου, όπως ο Άγιος Βιτάλιος στη Ραβένα και οι Άγιοι Σέργιος και Βάκχος στην Κωνσταντινούπολη. Ο συνδυασμός της βασιλικής με το περίκεντρο κτίριο, του επιμήκους δηλαδή με τρία ή περισσότερα κλίτη ν. και του περικέντρου που στεγάζεται με τρούλο, θα οδηγήσει στην κατασκευή της Αγίας Σοφίας, μιας βασιλικής με τρούλο, που είναι ο σπουδαιότερος βυζαντινός ν., ένα κτίριο - σταθμός στην ιστορία της αρχιτεκτονικής. Από εκεί κι έπειτα ο τρούλος έγινε το κυρίως αρχιτεκτονικό στοιχείο του βυζαντινού ν. και χρησιμοποιήθηκε σε όλους τους μεταγενέστερους της Αγίας Σοφίας τύπους· παρατηρείται στους οκταγωνικούς ναούς (Δαφνί, Παρηγορίτισσα, Νέα Μονή Χίου, Άγιοι Θεόδωροι Μιστρά), στους σταυροειδείς εγγεγραμμένους (Αγ. Θεόδωροι Αθηνών, Γοργοεπήκοος και πλήθος άλλοι ν. σε όλη την Ελλάδα) και στους ελεύθερους σταυροειδείς της μεταβυζαντινής περιόδου. Ο βυζαντινός ν. χαρακτηρίζεται κυρίως από τον εσωτερικό του χώρο, στον οποίο κυριαρχεί ο τρούλος. Τα πλάγια διαμερίσματα του ναού, συνδεόμενα με τόξα και αψίδες με τον κεντρικό, δημιουργούν έναν πολλαπλό χώρο, στον οποίο τονίζονται ο κατά μήκος άξονας - από την είσοδο στο ιερό - ο εγκάρσιος και ο κατακόρυφος, που δίνει στο κτίριο το αίσθημα της ανάτασης από το οποίο πάλλεται· οι εσωτερικές επιφάνειες του ν. κοσμούνται με έγχρωμες ορθομαρμαρώσεις, με μωσαϊκά ή τοιχογραφίες, που εκτυλίσσονται χωρίς να διακόπτονται από έντονες οριζόντιες ή κατακόρυφες γραμμές, έτσι ώστε τα μάτια να γλιστρούν ευχάριστα πάνω στις πολύχρωμες επιφάνειες κι ο θεατής να αντιλαμβάνεται το ν. και τον χώρο ως ένα συνολικό φαινόμενο. Ανάμεσα στους βυζαντινούς ν. που υπάρχουν σήμερα στην Ελλάδα συγκαταλέγονται οι ν. της Θεσσαλονίκης (Αγία Σοφία, Άγιοι Απόστολοι και τον παλαιοχριστιανικό το Αγίου Δημητρίου), ο ν. του Ορχομενού του 9ου αι., οι ν. της Άρτας (Αγία Θεοδώρα, Άγιος Βασίλειος κλπ.), του Μιστρά (Παντάνασσα, Αφεντικό, Περίβλεπτος, Αγία Σοφία), της Μονεμβασίας κλπ. Η βυζαντινή αρχιτεκτονική επέδρασε σε ολόκληρο τον γνωστό τότε κόσμο, όπως στην Αρμενία, στα Βαλκάνια, όπου σώζονται πλήθος βυζαντινών ν., στην Ιταλία - στον Άγιο Μάρκο της Βενετίας - και στη μακρινή Γερμανία, όπου το ανακτορικό παρεκκλήσιο του Άαχεν φέρει έκδηλα τα σημεία της βυζαντινής επιρροής. Παράλληλα προς τη βυζαντινή ναοδομία στην Ανατολή, στη Δύση αναπτύχθηκε ο ρομανικός ρυθμός, που έδωσε θρησκευτικά μνημεία. Οι ρομανικοί ν. χαρακτηρίζονται από πληρότητα συνθετική, αυστηρότητα και έλλειψη διακοσμητικών στοιχείων. Αντιπροσωπευτικοί είναι οι ν. του Σαν Αμπρότζιο στο Μιλάνο, του Σαν Τζένο στη Βερόνα, της μητρόπολη της Μοντένα, της Παναγίας του Πουατιέ και του Σεν Φρον στο Περιγκέ. Περίπου από τον 11o αι. εμφανίστηκε στη Δύση μια νέα αρχιτεκτονική τάση: από τους βαριούς και γυμνούς ρομανικούς ν. περνάμε τώρα σε μια τέχνη της οποίας κύρια στοιχεία είναι ο έντονος κατακορυφισμός και η πλαστική επεξεργασία όλων των στοιχείων του οικοδομικού σκελετού, που δεν είναι πια μάζα χτισμένη αλλά λεπτότατα φέροντα στοιχεία που μοιάζουν να ξεπηδούν σαν δέσμες από το έδαφος, για να ενωθούν ψηλά πάνω από το εκκλησίασμα. Πρόκειται για τη γοτθική τέχνη που χαρακτηρίζεται από άφθαστη κατασκευαστική τόλμη και τελειότητα- ως κατασκευαστικά στοιχεία χρησιμοποιεί το σταυροθόλιο και το οξυκόρυφο τόξο και διακοσμεί τους ν. με πελώρια έγχρωμα υαλογραφήματα κι ένα πλήθος οβελίσκων, στυλίσκων και επίστεγων αντηρίδων. Ο γοτθικός ρυθμός, στον οποίο ως τύπος ν. χρησιμοποιείται η βασιλική, διαδόθηκε σε όλη τη δυτική, κεντρική και βόρεια Ευρώπη (Παναγία των Παρισίων, μητρόπολη της Ρενς, της Αμιέν, του Στρασβούργου, της Κολονίας, της Ουλμ, τόυ Γκλόστερ, του Μπρίστολ, του Λίνκολν κλπ.), ενώ δείγματά του υπάρχουν και στην Ιταλία, όπως το περίφημο Ντουόμο του Μιλάνου. Στην Ιταλία, έπειτα από τη μακριά ρομανική και γοτθική περίοδο, η επιστροφή προς τις μορφές της κλασικής και ρωμαϊκής αρχαιότητας, η έντονη τάση προς την κριτική μελέτη και τη συζήτηση πάνω στην αρχιτεκτονική, έθεσαν στους αρχιτέκτονες της Αναγέννησης νέα προβλήματα, των οποίων η λύση δεν μπορούσε να βρεθεί με την επεξεργασία από την αρχή των αρχιτεκτονικών θεμάτων της παράδοσης, αλλά με μια εντελώς νέα θεώρηση των πραγμάτων και με τη βάση ενός νέου ανθρώπινου μέτρου. Αφού εγκαταλείφθηκαν η έντονη κατακόρυφη ανάπτυξη και τα λεπτοφυή σχήματα, οι πολύ σκαλισμένες επιφάνειες των τοίχων και οι έντονοι χρωματισμοί, εμφανίστηκε με εξαιρετικό σφρίγος ένα στοιχείο όχι νέο, αλλά με εξαιρετική αξία από αρχιτεκτονική άποψη: ο τρούλος. Ο ν. της Αναγέννησης κρατά πολύ λίγα πράγματα από τον γοτθικό ή τον ρομανικό ν. Ο εσωτερικός χώρος διαρρυθμίζεται διαφορετικά, μεταβάλλονται οι αναλογίες των επιφανειών και των όγκων, αναθεωρείται ο φωτισμός. Ο κατάλογος των ν. που αντιπροσωπεύουν την περίοδο της Αναγέννησης είναι ατελείωτος και αρκεί να αναφερθούν οι πιο χαρακτηριστικοί, σχετικά με το θέμα. Τέτοιοι είναι ο ν. του Σαν Λορέντσο του Φίλιππο Μπρουνελέσκι στη Φλωρεντία, ο μαλατεστιανό ν. του Λεόν Μπατίστα Αλμπέρτι στο Ρίμινι, ο ν. της Μαντόνα ντέλε Κάρτσερι του Τζουλιάνο ντα Σανγκάλο στο Πράτο, η Σάντα Μαρία ντέλε Γκράτσιε του Ντονάτο Μπραμάντε στο Μιλάνο, ο ν. του Ιησού του Βινιόλα και του Τζάκομο Ντέλα Πόρτα στη Ρώμη, και, κυρίως, ο ν. του Αγίου Πέτρου στη Ρώμη, που χτίστηκε στο διάστημα δύο σχεδόν αιώνων και όπου εκφράζεται το έργο των καλύτερων αρχιτεκτόνων από την Αναγέννηση έως το μπαρόκ, από τα πρώτα σχέδια του Μπραμάντε και του Ραφαήλ έως τον τρούλο του Μιχαήλ - Αγγέλου, η πρόσοψη του Μαντέρνο, το περιστύλιο του Μπερνίνι. Από το άλλο μέρος όμως πρέπει να ληφθεί υπόψη πως οι αρχιτέκτονες της Αναγέννησης είχαν μια πνευματική και τεχνική κατάρτιση που προϋπέθετε υπεροχή των πολιτικών αρχών έναντι των θρησκευτικών· έτσι, ο ν. απομακρύνεται τώρα από την παλιά θρησκευτικότητά του για να αποκτήσει τη μεγαλοπρέπεια και τον πλούτο που χαρακτηρίζουν το πολιτικό μέγαρο. Κατά το τέλος της Αναγέννησης κι αυτό το βασικό γεωμετρικό σχήμα του ν., που είχε μείνει ουσιαστικά αμετάβλητο για περισσότερα από χίλια χρόνια, άρχισε να μεταβάλλεται, όχι μόνο ως προς την κάτοψη αλλά και ως προς ολόκληρο το κτίριο. Όλα γίνονται τώρα πιο εύπλαστα και περίπλοκα: η κάτοψη είναι μερικές φορές ελλειψοειδής ή και ασύμμετρη, η καμπύλη γραμμή επικρατεί γενικά και αντικαθιστά την ευθεία, οι κοίλες και κυρτές επιφάνειες ενώνονται με τις επίπεδες και το σύνολο αποκτά μια έντονη πλαστικότητα που εξαίρεται ακόμα περισσότερο από τις δυνατές φωτοσκιάσεις που δημιουργούνται. Αυτές είναι οι κατευθύνσεις, αλλά και η ουσία της αρχιτεκτονικής αυτής επανάστασης που οδήγησε στο ν. μπαρόκ. Η περίοδος αυτή είδε τον ν. να φτάνει σε μεγαλοπρέπεια και λαμπρότητα που δεν είχε γνωρίσει ποτέ, όχι τόσο και όχι μόνο στη διακόσμηση, με μια συνεχή επιδίωξη του υπερβολικού και του καινούργιου, ώστε να καταλήγει συχνά στην καταστροφή των ν. που υπήρχαν - ακόμα και των πιο ενδιαφερόντων - για να μπορέσει να τους ανοικοδομήσει μεγαλύτερους και πλουσιότερους. Χαρακτηριστικά αναφέρεται ο ν. του Αγίου Ανδρέα στο Κυρηνάλιο του Μπερνίνι, της Σάντα Μαρία ντέλα Πάτσε του Πιέτρο ντα Κορτόνα, του Σαν Κάρλο στις Κουάτρο Φοντάνε, της Σαντ Ανιέζε στην Ανκόνα, του Σαντ Ίβο στη Σαπιέντσα του Μπορομίνι, οι βενετσιάνικοι της Σάντα Μαρία ιν Καμπιτέλι του Ραϊνάλντι και ο ν. του Σωτήρα του Μπαλντασάρε Λονγκένα, η βασιλική του Αγίου Σταυρού στο Λέτσε, ο ν. του Σαν Λορέντσο του Γκουαρίνι στο Τορίνο. Το μπαρόκ δεν είναι φαινόμενο αποκλειστικά ιταλικό, όπως θα μπορούσε να πει κανείς έως ένα βαθμό για την Αναγέννηση, αλλά είναι ένα φαινόμενο ευρωπαϊκό με την ευρύτερη έννοια, με προεκτάσεις ακόμα και στη Λατινινή Αμερική (και με περίεργα αποτελέσματα, καθώς εκεί μπολιάζεται πάνω στη γοτθική παράδοση). Ενώ πραγματικά στην Ιταλία μπορούμε να παρατηρήσουμε μια κάποια απολίθωση, που οφείλεται σε μεγάλο μέρος στην καταθλιπτική επίδραση της Αντιμεταρρύθμισης, στην Ισπανία, στην Αυστρία, στη Γαλλία, στη Γερμανία το μπαρόκ εκφράζεται με γραμμές τελείως ελεύθερες και φανταστικές, οδηγώντας τελικά σε έναν διεθνή ρυθμό που λέγεται ροκοκό (μητρόπολη του Σαντιάγο της Κομποστέλας στην Ισπανία, ν. των Δεκατεσσάρων Αγίων στο Σταφελστάιν της Βαυαρίας του Μπαλτάζαρ Νόιμαν). Η αντίδραση έρχεται με τον νεοκλασικισμό που συγκρούεται κατά βίαιο τρόπο με το μπαρόκ και επαναφέρει και πάλι τις κλασικές αντιλήψεις. Η χριστιανική εκκλησία παίρνει τη μορφή του αρχαίου ελληνικού ή ρωμαϊκού ν., εμπνεόμενη από το Πάνθεον της Ρώμης (ναός του Σαν Σαλβατόρε του Αντόνιο Σάρτι στην Τερατσίνα). Ήδη όμως τα ενδιαφέροντα της στρατευόμενης αρχιτεκτονικής στρέφονται περισσότερο προς τα κοσμικά κτίσματα και οι στείρες επαναλήψεις συνεχίζονται μέσω του εκλεκτικισμού έως την εποχή μας με μια ατελείωτη σειρά ν. σε ρυθμό βυζαντινό, γοτθικό, ρομανικό, αναγεννησιακό, μπαρόκ χωρίς καμιά εσωτερική δύναμη, που μερικές φορές συγχέονται ελεύθερα και όχι μόνο σε χώρες που δεν έχουν αρχιτεκτονική παράδοση, αλλά και στην Ευρώπη, όπου, επιπλέον, εκδηλώνεται ένας ψευτομοντέρνος εκλεκτικισμός (χειρότερο παράδειγμα ο ναός του Χριστού Βασιλέα του Μαρτσέλο Πιατεντίνι στη Ρώμη). Από τις λίγες εκκλησίες της σύγχρονης εποχής, που διακρίνονται για τη σωστή τους αντίληψη, πρέπει ν’ αναφερθούν οι εκκλησίες από μπετόν αρμέ των αδελφών Περέ στη Γαλλία, στο Ρενσί και στο Παρίσι, όπου η χρήση νέου δομικού υλικού φτάνει σε όχι συνηθισμένες ποιητικές αποδόσεις. Η νεότερη αρχιτεκτονική φαίνεται πια τελείως ανίκανη να δώσει στον ν. μια γλώσσα που να τον ξεχωρίζει από οποιοδήποτε άλλο οικοδόμημα, κινηματογράφο, εργοστάσιο ή αποθήκη, και μπορεί να ειπωθεί πως δεν έχει πια άλλη επιδίωξη από τη μίμηση. Στον αριθμητικό πολλαπλασιασμό των ν. δεν ανταποκρίνεται καμιά ανάλογη ποιοτική βελτίωση. Ακόμα και το παρεκκλήσιο του Ρονσάν του Λε Κορμπιζιέ και ο ν. του Αυτοκινητόδρομου του Ήλιου (Φλωρεντία) του Τζιοβάνι Μικελούτσι φαίνεται να ανήκουν λιγότερο στον χώρο της θρησκευτικής αρχιτεκτονικής και περισσότερο στον χώρο της λεγόμενης πολεμικής. Η μητρόπολη –ντουόμο– του Μιλάνου αποτελεί το γνωστότερο δείγμα υστερογοτθικής αρχιτεκτονικής στην Ιταλία. Ναός στα περίχωρα της Κοπεγχάγης. Ο ναός αυτός, συνδιάζει τις αντιλήψεις της σύγχρονης αρχιτεκτονικής με την παρουσία παραδοσιακών στοιχείων. Σάντα Μαρία ντ’ Αρακοέλι, του 4ου και 5ου αι., στη Ρώμη. Αγία Σοφία, του 14ου αι., στο Μιστρά. Άγιοι Απόστολοι, του 14ου αι., στη Θεσσαλονίκη. Σαν Μικέλε, στην Παβία: χτίστηκε τον 7o αι. και ανακαινίστηκε το 12o σύμφωνα με τους κανόνες τον ρομανικού ρυθμού. Μητρόπολη του Λίνκολν, τέλους του 12ου αι., μια από τις πρώτες αγγλικές εκκλησίες γοτθικού ρυθμού. Σαντ Άντζελο στην Περούτζια (Ιταλία), κυκλικό κτίσμα χαρακτηριστικό της πρωτοχριστιανικής αρχιτεκτονικής. Ο ναός των Αγίων Θεοδώρων στην Αθήνα. Μονή Ζερμπίτσας, γυναικείο μοναστήρι αφιερωμένο στην Κοίμηση της Θεοτόκου. Εκκλησία βυζαντινού τύπου, τετρακιόνιος με νάρθηκα και οκταγωνικό τρούλο (16ος και 17ος αιώνας). Κατόψεις ναών: 1) κάτοψη του αβαείου της Φοσανόβα, στην Ιταλία (τέλη 12ου αι.)? 2) κάτοψη του γοτθικού καθεδρικού ναού της Ρενς (αρχές 13ου αι.)? 3) αναπαράσταση του πρώτου σχεδίου του Μπραμάντε για τον Άγιο Πέτρο της Ρώμης? 4) κάτοψη με επιμήκη ανάπτυξη της Παναγίας της θείας Πρόνοιας στη Λισαβόνα (τέλη του 17ου αι.). Η βυζαντινή βασιλική του Αγίου Δημητρίου, στη Θεσσαλονίκη, χτισμένη τον 5o αιώνα στον τόπο που μαρτύρησε ο άγιος. Οι πολλές μεταγενέστερες προσθήκες δεν έθιξαν τις αρχικές γραμμές. Η πρώτη κωνσταντινιανή βασιλική του Αγίου Πέτρου, στη Ρώμη, που εγκαινιάστηκε το 326, όπως παριστάνεται σε τοιχογραφία της Βιβλιοθήκης του Βατικανού. Ο ναός γκρεμίστηκε και ανοικοδομήθηκε τον 6o αιώνα. Εσωτερικό του δυτικού σώματος του aβαείου του Κορβέ: θαυμάσια διατηρημένο, παραμένει χαρακτηριστικό και αρκετά σπάνιο δείγμα ενός τύπου ναού πολύ διαδομένου στην καρολίγγεια εποχή. Κρύπτη της βασιλικής της Ακυληίας (τέλη 1ου αιώνα): έπειτα από δοκιμές σε σχήμα μισοφέγγαρου με στοά και κεντρικό υποστήριγμα, η κρύπτη βρήκε την οριστική της μορφή στον τύπο «ορατόριο», όπως στην Ακυληία. Αναπαράσταση του εσωτερικού του Πάνθεου της Ρώμης (2ος μ.Χ. αιώνα), τυπικού δείγματος ρωμαϊκού ναού. Στο Πάνθεο έχει ταφεί ο μεγάλος ζωγράφος Ραφαήλος. Σημερινή φωτογραφία. Οι αρχαίοι ελληνικοί ναοί δεν ήταν κάτασπροι, όπως συνήθως νομίζεται. Οι αρχαίοι Έλληνες χρησιμοποιούσαν ευρύτατα, και όχι κατά νατουραλιστικό τρόπο, το χρώμα στα αρχιτεκτονικά και στα γλυπτικά μέρη των ναών. Ο ναός της Αφαίας στην Αίγινα (του 6ου π.Χ. αιώνα). Πάνω, αναπαράσταση, κατά Φούρτβαινγκλερ, του κεντρικού τμήματος τον αετώματος. Αναπαράσταση του ναού της Ιερουσαλήμ, του γνωστού και ως ναού του Σολομώντα, όπως ήταν πριν καταστραφεί από τον Τίτο το 70 μ.Χ. Ο ναός αυτός, με την ασιατικής προέλευσης αρχιτεκτονική του, είχε εντυπωσιάσει τους Εβραίους της εποχής, που η λιτότητα του βίου τους ήταν αντίθετη με των Ασιατών. Tα ερείπια του ναού Ζβάρτνοτς στην Αρμενία. Χτίστηκε τον 7o αιώνα π.Χ. Αναπαράσταση του ιερού των Δελφών. Οι αρχαίοι Έλληνες είχαν ιδρύσει εκτεταμένα ιερά, όπως στους Δελφούς, στην Επίδαυρο, στη Βραυρώνα, στη Ραμνούντα κ.ά., όπου υπήρχαν ονομαστοί ναοί αλλά επίσης και θέατρα, στοές, στάδια κ.ά. που είχαν προορισμό κυρίως να εξυπηρετήσουν τους προσκυνητές. Στη φωτογραφία, ο πυλώνας μεσοποταμιακού ζίγκουράτ από την Ουρ με τη χαρακτηριστική μορφή βαθμιδωτής πυραμίδας. Το μοναστήρι του Αιρβάνκ, πρωτότυπο μνημείο του 12ου-14ου αιώνα. Στη φωτογραφία (2) κάτοψη του ναού του Ώρου στο Έντφου, της πτολεμαϊκής εποχής (3ος-1ος π.Χ. αιώνας), μεγαλοπρεπούς δείγματος αιγυπτιακού ναού με άδυτο? 3) κάτοψη περίπτερου αιγυπτιακού ναού? 4) αναπαράσταση, κατά Φλέτσερ, μεσοποταμιακού ζίγκουράτ από την Ουρ με τη χαρακτηριστική μορφή βαθμιδωτής πυραμίδας.
* * *
Νᾱος, ὁ (Α)
βλ. Νάιος.

Dictionary of Greek. 2013.

Look at other dictionaries:

  • ναός — ο храм, церковь: ναός τού Αγίου Κωνσταντίνου храм Святого Константина ναός τής Αγίας Βαρβάρας храм Святой Варвары Этим. дргр. < νασ Fός < ναίω «проживать» …   Η εκκλησία λεξικό (Церковный словарь Назаренко)

  • Ναός — 2 Ma. masc nom sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ναός — Ο χώρος που είναι αφιερωμένος στη λατρεία του θεού, η κατοικία του θεού. Η έννοια του ν. συνδέεται γενικά με την έννοια του ιερού που, πιθανότατα, προηγείται και που σημαίνει έναν χώρο, συνήθως φυσικό, όπου η θεότητα εκδηλώνει την παρουσία και τη …   Dictionary of Greek

  • ναός — ο 1. κτίριο αφιερωμένο στη λατρεία θεού: Ναός της Αθηνάς. 2. αίθουσα συνεδριάσεων των τεκτόνων, αλλ. εργαστήρι. 3. μτφ., τόπος όπου ασκείται υψηλό λειτούργημα ή καλύπτεται πολύτιμο είδος: Ναός της Θέμιδας (δικαστήριο). – Ναός της ζωής (έγκυα… …   Νέο ερμηνευτικό λεξικό της νεοελληνικής γλώσσας (Новый толковании словарь современного греческого)

  • ναός — νᾱός , ναός 2 Ma. masc nom sg νᾱός , ναῦς ship fem gen sg (doric) ναῦς ship fem gen sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ναός — [наос] ουσ. а. храм, церковь …   Λεξικό Ελληνικά-ρωσική νέα (Греческо-русский новый словарь)

  • αμφιπρόστυλος ναός — Αρχαίος ελληνικός ναός που έχει κολόνες μπροστά και πίσω στις δύο στενότερες πλευρές του, όπως o Παρθενώνας και o ναός της Απτέρου Νίκης …   Dictionary of Greek

  • οκτάγωνος ναός — οκτάγωνος (οκταγωνικός) ναός ο крестовокупольный храм – архитектурный тип храма, утвердившийся в 11 веке и придавший церкви восьмиугольную форму Этим. < οκτώ + γωνία «восемь + угол» …   Η εκκλησία λεξικό (Церковный словарь Назаренко)

  • οκταγωνικός ναός — οκτάγωνος (οκταγωνικός) ναός ο крестовокупольный храм – архитектурный тип храма, утвердившийся в 11 веке и придавший церкви восьмиугольную форму Этим. < οκτώ + γωνία «восемь + угол» …   Η εκκλησία λεξικό (Церковный словарь Назаренко)

  • περίκεντρος ναός — ο храм круглой формы, ротонда …   Η εκκλησία λεξικό (Церковный словарь Назаренко)

Share the article and excerpts

Direct link
Do a right-click on the link above
and select “Copy Link”

We are using cookies for the best presentation of our site. Continuing to use this site, you agree with this.